3η Εβδομάδα 

Θεωρίες Μάθησης και Γραμματισμού

Σας χαιρετώ! Μέσα από την πολύχρονη πλέον πορεία μου στις αίθουσες διδασκαλίας βρίσκω πως οι κονστρουβιστικές και κοινωνικές θεωρίες μάθησης είναι αυτές που ενέχουν τη δυναμική να καταστήσουν τους μαθητευόμενους όχι μόνο συμμέτοχους στην οικόδόμηση της γνώσης, αλλά και αυτόνομους μανθάνοντες. Στην κονστρουκτιβιστή τάξη, η εστίαση μετατοπίζεται από τον δάσκαλο στους μαθητές. Δεν είναι πλέον ένα μέρος όπου ο δάσκαλος-ειδικός μεταβιβάζει τη γνώση σε παθητικούς μαθητές, αλλά  οι ίδιοι καλούνται να συμμετέχουν ενεργά στη δική τους διαδικασία μάθησης.Η γνώση αντιμετωπίζεται ως μια δυναμική, συνεχώς μεταβαλλόμενη οικοδόμηση νοήματος του κόσμου στον οποίο ζούμε και όχι ως γεγονότα που πρέπει να απομνημονευθούν. Η κατανόηση ή η κατασκευή ενός νοήματος είναι μια ενεργή και συνεχής διαδικασία και εξαρτάται από την ευθύνη των μαθητών να μάθουν. Αυτό που πιστεύει ο μαθητής, είτε είναι σωστό είτε λανθασμένο, είναι σημαντικό και , παρά το ότι έχει την ίδια μαθησιακή εμπειρία, κάθε άτομο θα βασίσει τη μάθησή του στην  προσωπική του κατανόηση.

Η κύρια λοιπόν δραστηριότητα σε μια κονστρουκτιβιστική τάξη είναι η επίλυση προβλημάτων. Οι μαθητές χρησιμοποιούν μεθόδους έρευνας για να κάνουν ερωτήσεις, να διερευνήσουν ένα θέμα και να χρησιμοποιήσουν μια ποικιλία πόρων για να βρουν λύσεις και απαντήσεις. Καθώς οι μαθητές εξερευνούν το θέμα, εξάγουν συμπεράσματα και, καθώς η εξερεύνηση συνεχίζεται, επανεξετάζουν αυτά τα συμπεράσματα. Η διερεύνηση των ερωτήσεων οδηγεί σε περισσότερες ερωτήσεις.

Υπάρχει μεγάλη συνάφεια μεταξύ της  κονστρουκτιβιστικής και κοινωνικής κονστρουκτιβιστικής τάξης. Ωστόσο, στη δεύτερη δίνεται  μεγαλύτερη έμφαση στη μάθηση μέσω της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, λαμβάνοντας υπόψιν το πολιτιστικό υπόβαθρο. Οι εκπαιδευτικοί στο μαθησιακό περιβάλλον αποτελούν αγωγούς για τα εργαλεία του πολιτισμού, που περιλαμβάνουν τη γλώσσα, την ιστορία και τον πολιτισμό, το κοινωνικό πλαίσιο και, πιο έντονα στην εποχή μας , τις ηλεκτρονικές μορφές πρόσβασης στις πληροφορίες.

Στις τάξεις του κοινωνικού κονστρουκτιβισμού, η συνεργατική μάθηση είναι μια διαδικασία αλληλεπίδρασης μεταξύ του συνόλου της τάξης που διαμεσολαβείται και διαρθρώνεται από τον δάσκαλο. Η συζήτηση μπορεί να ξεκινά  με την παρουσίαση συγκεκριμένων εννοιών, προβλημάτων ή σεναρίων, και καθοδηγείται από αποτελεσματικά κατευθυνόμενες ερωτήσεις, την εισαγωγή και αποσαφήνιση εννοιών και πληροφοριών και τη συσχέτιση  με  ήδη κατακτημένη γνώση.

Στο άρθρο των Nawaz Kundi (2010) επιχειρείται μια ανάλυση του πως οι θεωρίες μάθησης επηρέαζουν τον τρόπο χρήσης των ΤΠΕ στην τάξη. Στη σελ. 23 αναφέρουν τα εξής:

 Constructivists contend that ICTs should not be guided by a technologically deterministic approach. The social, cultural, political, and economic dimensions of technology use have to be taken into consideration so that by facilitating the development of electronic literacy, culturally relevant online content, interfaces and multimedia, the process of social inclusion can be achieved within developing countries (Macleod, 2005). The effectiveness of the behavioral approach is questionable in areas that require comprehension, creativity and 'gray' answers (Ward et al., 2006). The moves towards constructivism in higher education have been pushed by the emergence of universal connectivity through ICTs (Wims and Lawler, 2007), which enabled the masses to globally communicate and most importantly access to the world knowledge resources through the advent of internet after 1990s. Given the access to broader sources of knowledge, contemporary theory suggests that collaborative learning is the most effective means of facilitating teaching and learning in digital environments (Phillips et al., 2008).

Οι κονστρουβιστικές και κοινωνικοπολιτικές θεωρίες μάθησης εστιάζουν στην κοινωνική διάσταση της ανάπτυξης του ψηφιακού γραμματισμού, ώστε να διευκολυνθεί έτσι η συμπερίληψη των αναπτυσσόμενων χωρών. Η συνδεσιμότητα που προωθείται μέσω της ανάπτυξης του διαδικτύου σε παγκόσμιο επίπεδο δίνει στο ευρύ κοινό πρόσβαση στην πληροφόρηση  και σε πηγές γνώσης. Έτσι η συνεργατική μάθηση αναδεικνύεται ως ο πλέον κατάλληλη μέθοδος μάθησης μέσα από ψηφιακά περιβάλλοντα.

Βέβαια , είναι αυτονόητο πως για την αν'απτυξη του ψηφιακού γραμματισμού και για  να επιτευχθούν τα μέγιστα μαθησιακά αποτελέσματα από τη χρήση των ΤΠΕ στην τάξη, θα πρέπει να διαμορφωθούν ανάλογα και τα προγράμματα σπουδών. Στη σελ. 22 αναφέρεται πως τα προγράμματα σπουδών είναι αναποτελεσματικά σε σχέση με την ενσωμάτωση των ΤΠΕ στη μάθηση. Συγκεκριμένα:

The ‘curricula’ of any country are viewed as “a snapshot of the current state of knowledge (Ezer, 2006).” Therefore, the debate about whether education should be focused on the current job market (instrumental) or intellectual attainment (liberal) is ongoing. It is reported that most of the current computer-training and education is ineffective because it is more technical and less concerned with the contexts and real world problems (Ezer, 2006). Due to increased demand for ICT professionals, the universities across the world have responded by developing programs without “an existing model for guidance (Ekstrom et al., 2006).” However, Stephen (2006) warns that “the gap between what we teach and what we do is widening … academic programs should acknowledge the widening gap between theory and practice, especially since it has enormous implications for their graduates’ ability to find work.

Εν ολίγοις, τα προγράμματα σπουδών δεν πρέπει να αφορούν μόνο στην εκπαίδευση των μανθανόντων στη χρήση των ΤΠΕ. Σύμφωνα με τις κονστρουβιστικές θεωρίες μάθησης θα πρέπει η χρήση των ψηφιακών μέσων στην εκπαίδευση να  συσχετίζεται με το συγκείμενο και να στοχεύει στην επίλυση προβλήματος.

 

Σχόλια